Βιώνοντας τα συναισθήματά μας

Το παρακάτω κείμενο είναι μια δική μου έμπνευση επάνω στο χώρο της θεραπείας από την πλευρά του ασθενή (αν μπορεί να μου επιτραπεί αυτός ο όρος). Είναι μια προσπάθεια μου να περιγράψω τις σκέψεις που μπορούν να κυριεύσουν ένα άτομο που υποφέρει από κατάθλιψη, όταν αυτή εκφράζεται κυρίως μέσα από αισθήματα μοναξιάς και κενού. Νιώθω πως οι άνθρωποι, αφιερώνουμε ένα εξαιρετικά μεγάλο μέρος της σκέψης μας και της καθημερινής μας ανάγνωσης, στο πως θα «γλυτώσουμε» και θα «ξεφορτωθούμε» συμπτώματα και συναισθήματα που δεν μας αρέσουν και δεν βολεύουν ή εξυπηρετούν την πραγματικότητά μας. Είναι προσωπικό μου πιστεύω, πως το πρώτο βήμα για τη θεραπεία οποιασδήποτε ανισορροπίας, προέρχεται από την κατανόηση ενός συμπτώματος ή συναισθηματικής κατάστασης. Έτσι, θα ήθελα να προσφέρω εδώ μια άλλη οπτική στην ψυχολογία του ατόμου: δε βιαζόμαστε να γίνουμε καλά, παρά εισχωρούμε ακόμη πιο βαθιά στο σύμπτωμα και τον εαυτό μας και για πρώτη φορά, βιώνουμε αντί να πολεμάμε. Είμαστε παρών, είμαστε ανοιχτοί, αποδεχόμαστε την κατάσταση και την ολότητα μας, χωρίς κρίση, χωρίς ντροπή.

Ακολουθεί απόσπασμα της έμπνευσης μου, που εκφράζει τις σκέψεις ενός χαρακτήρα που πάσχει από κατάθλιψη. Ο χαρακτήρας αυτός μπορεί να είναι γυναίκα ή άντρας οποιασδήποτε ηλικίας, μπορεί να σου θυμίζει κάποιο κοντινό σου πρόσωπο, η ακόμη και τον εαυτό σου.


 

Το ημερολόγιο μιας ψυχής – Ημέρα 1η

 

Νιώθω μόνη. Πολύ. Κάθε μέρα. Δεν είμαι μόνη… Προσπαθώ να το υπενθυμίζω συνεχώς στον εαυτό μου. Δεν νομίζω πως με πιστεύει. «Να κοίτα! Έχεις γονείς, φίλους, συγγενείς, δεν είσαι μόνη!». Σκάω ένα χαμόγελο φέρνοντας στη θύμηση μου πρόσωπα. «Και θυμάσαι αυτόν που σου μίλησε εχτές στη δουλειά; Δεν ξέρεις πότε! Και ο κύριος που σου έδωσε τη σειρά του στο super market; Δεν έχουν χαθεί οι αξίες». Χαμογελάω. Η γάτα μου τρίβεται στα πόδια μου, γυρνάω να την κοιτάξω, «νιώθω μόνη» της ψελλίζω και εκείνη με κοίτα με βλέμμα κενό. Δακρύζω; Τι συμβαίνει; Νόμιζα πως χαμογελούσα…Δεν είμαι καλά. Κοιτάζω τριγύρω, «ωραίο σπίτι» σκέφτομαι. Τι λείπει; Είμαι σε μια πόλη γεμάτη κόσμο και εγώ νιώθω μόνη. Άραγε νιώθουν και άλλοι έτσι; Και αν ναι, γιατί δεν προσπαθούμε να βρούμε ο ένας τον άλλο; Για περίμενε… Εγώ γιατί δεν προσπάθησα να βρω ποτέ κανέναν;… 

Νιώθω μόνη, όμως δε σηκώνω το ακουστικό. Σκέφτομαι… Θυμάμαι… Κάθε φορά που με πιάνει αυτή η θλίψη δεν καλώ κανένα… Πως γίνεται να κλαίω επειδή νιώθω μόνη ενώ δεν θέλω να βάλω στη ζωή μου κανένα; Είχα δίκιο, δεν είμαι καλά. Προκαλώ τη μοναξιά μου; Δεν ξέρω καν αν γίνεται αυτό. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Ο καιρός δεν ταιριάζει με τη διάθεση μου και θυμώνω, έχει ήλιο. Όλοι τρέχουν στις δουλειές τους. Αυτοί άραγε δεν νιώθουν ποτέ μόνοι; Ίσως νιώθουν μόνοι αυτή ακριβώς τη στιγμή, ίσως να μην ξέρουν καν πως νιώθουν. Με πιάνουν πάλι τα κλάματα. Εγώ ξέρω τι νιώθω; 

Αν ήταν μοναξιά, θα είχα καλέσει κάποιον. Φοβάμαι πως δεν νιώθω μόνη… Φοβάμαι πως είναι κάτι άλλο. Δεν θέλω να το σκέφτομαι. Πάω στο ψυγείο. Αν και δεν πεινάω, νιώθω άδεια. «Τι μου λείπει διάολε;» αυτή τη φορά φωνάζω, και η γάτα μου πετάγεται από τον ύπνο της έντρομη. Μακάρι να κοιμόμουν και εγώ, αντί για αυτό, το τώρα μου, την πραγματικότητα μου.


Μαρτίνα Αθανασίου MSc.,MBPsS
Ψυχολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *